Χα.
Πηγαίνω στην αίθουσα που κάνω μαθήματα φέτος. Αυτήν με το πιάνο με ουρά. Το καλύτερο του σχολείου. Όχι γιατί μου κάνουν την τιμή, αλλά γιατί τρέχω συνέχεια στην τουαλέτα. Σαν παππούς, όχι σαν νέος, γόης, καλλιτέχνης. Σκάσε εγωισμε, αυτό θα έπρεπε να αρκούσε.
Ακούω να παίζουν εναλλάξ μια κοπέλα και ένα παλικάρι, κι οι δυο μαθητές του σχολείου. Θα είναι Λίστα, Ραχμάνινοφ. Δύσκολα κομμάτια και με κάποιο συναίσθημα. Μπράβο τους.
Στέκομαι λίγο μπροστά στο πιάνο και χαζεύω. Παίζει καλά.
Μα μόλις ήρθε η μαθήτρια μου.
-Άντε παιδιά, το σχολαμε για να κάνουμε μάθημα.
- Κύριε, απλά ζηλεύετε.
Έτσι είπε η μαθήτρια.
-Εννοείται... απάντησα περιπαικτικά.
Μα όσο περνούσε η ώρα, άρχισαν σκέψεις στο μυαλό μου. Ρε, μπας κι έχει δίκιο;
Το εγώ μας είναι πάντα πολύ ισχυρό. Τι δουλειά είχα να κάτσω να ξεσυνεριζομαι την μαθήτρια;
Κι όμως!
Στο διάλειμμα άρχισα να παίζω την 2η Ουγγρική ραψωδία του Λιστ. Λες και είχα να αποδείξω κάτι.
ξ
Μετά από δύο τρία λεπτά έρχεται η ίδια μαθήτρια. Και τι ρωτάει αυτήν την φορά;
-Κύριε το ξέρατε παλιά αυτό το κομμάτι;
Δεύτερο χτύπημα, πιο δυνατό αυτήν την φορά. Μα καλά, δεν ακούει ότι το παίζω καθαρά;
Όχι Σάββα, δεν ακούει αυτό που ακούς εσυ.
-Κύριε μπορείτε να παίξετε εκείνο το σημείο;
Και της το έπαιξα.
Για να δείξω ότι μπορώ. Και μπορούσα.
Ε, και;
Μα καλά, πόσο ανασφαλής είσαι ρε φίλε;
Έλα μου ντε; Ή κατάρα των μουσικών.
Η ταπείνωση όμως με κρατά στα σωστά μου μέτρα.
Ευχαριστώ.