Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Μέσα από τον καθρέφτη

Άνοιξα την μεγάλη αίθουσα με το παλιό, σκουριασμένο κλειδί. Στην αρχή το κλειδί δεν γυρνούσε. Μα το σκοτάδι γύρω ήταν επιτακτικό και αμείλικτο. Ή ανοίγεις ή σε καταπίνει...

Πάτησα μέσα στην αίθουσα. Κατέβηκα ενα-ενα τα σκαλοπάτια και καθώς περπατούσα, έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα. Κι ήταν σαν να έζησα ξανά το αγωνιώδες πριν, μα σίγουρα δεν είχα ζήσει το τώρα του τότε.

Μικρές καμπανούλες και μια ορχήστρα εγχόρδων να παίζει δραματικά, λες και διψούσε για το δάκρυ μου. Μα πόσο μακριά βρίσκεται η σκηνή;

Κι είναι σαν χίλιες ανάσες κάποτε να πάγωσαν εδώ μέσα. Η αίθουσα είναι άδεια. Το σκοτάδι ξαναγυρνά και μου χτυπά την πλάτη. Προχωρώ ξανά.

Μια γλυκιά φωνή ακούγεται και φέρνει την ανατολή σε αυτήν την παγωμένη αίθουσα. Και για λίγο φωτίζει. Το τραγούδι της ζωντανεύει τις στιγμές, σαν το τώρα να πλησιάζει ανύποπτο τον καταρράκτη των συναισθημάτων και των εύθραυστων παθών όταν ανοίγουν προβολείς πάνω σε σκιές που δεν φοβούνται μήτε φως, μήτε σκοτάδι. Για μια από αυτές τις στιγμές κοντοστέκομαι, αφουγκραζομαι, σαστιζω. Ναι, την γνωρίζω αυτήν την φωνή. Κάποτε της δίδαξα φως. Κι αυτή το πήρε και το έπλασε στα δύο της χέρια και με έλουσε με αυτό.

Ξανά πέφτει βαθύ σκοτάδι, μα δεν φοβάμαι, έχω φακό που δε σβήνει. Συνεχίζω να κατεβαίνω, μέχρι που βρίσκομαι μπροστά στη σκηνή. Ανεβαίνω τα ξύλινα σκαλοπάτια που κάνουν περισσότερο θόρυβο το βράδυ και περπατώ στην άδεια σκηνή. Δεν υπάρχει κανείς να χειροκροτήσει. Η αίθουσα είναι άδεια.

Τραβάω την κουρτίνα να κλείσει. Τώρα δεν με βλέπει κανείς, δεν βλέπω κανέναν. Πίσω από τις κουρτίνες είναι άλλες κουρτίνες και πίσω από αυτές βρίσκω επιτέλους ένα όμορφο πιάνο, μόνο που πρέπει να το σπρώξω μόνος μου στη σκηνή, διαφορετικά δεν μπορώ να το ανοίξω. Κι αφού το φέρνω στο κέντρο της, μπορώ να παίξω οποία μελωδία θέλω 

Ω! Τι πάθος!
Ω! Τι πένθος!

Οι νότες ξεπηδούν μόνες τους, λες και τα δάχτυλα ήρθαν για να μαγέψουν αυτό το Τώρα. Λες και οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν τα χρώματα στον αέρα. Λες και οι νότες πετούν γύρω σε όλες τις αποχρώσεις, σαν ευαίσθητα λουλούδια που διαλύονται στον άνεμο. Ναι, αυτό το Τώρα δεν χαρίζεται, ούτε γεννιέται. Αυτό το Τώρα δεν μπορεί να πεθάνει. Απλά υπάρχει για να δίνει χαρα στο Πάντα.

Κι έτσι, εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο σειρές βαριές κουρτίνες, καταδικασμένος να μην ανοίξω την αυλαία, εκεί, ανάμεσα στο Πίσω από τον καθρέφτη, είμαι ζωντανός μαζί με την μουσική μου και θα συνεχίσω να παίζω, ώσπου να σημάνει κάποιο αόρατο ρολόι, ευλογία ή κατάρα για  τον χαμένο χρόνο.

Ναι, αυτό το Τώρα μου ανήκει για Πάντα. Θα είμαι εκεί.

Ως τα μεσάνυχτα. 

Εσύ κοιτά να μην ξυπνήσεις. Θα σου πω ένα νανούρισμα.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Το τέλος μιας σχέσης

Είμαι ένας συναισθηματικός άνθρωπος, γεμάτος αγάπη, τόση πολλή που ψάχνω αφορμές για να την μοιράσω.

Είμαι ένας αδιόρθωτα ρομαντικός που κρύβει μέσα του την αφέλεια ενός μικρού παιδιού, χωρίς να υστερεί σε απατηλές προσδοκίες, ανώφελες ελπίδες και απροσδόκητη, αβάσιμη αισιοδοξία πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά.

Είμαι ένας άνθρωπος που διψάει για αγκαλιές. Για αποδοχή.

Κάθε φορά που χάνω έναν μαθητή, ακόμη κι αν ξέρω πως είναι για το καλό του, ακόμη κι αν δεν μπορεί άλλο μαζί μου ή δεν μπορώ εγώ, πάντα με πειράζει.

Η σχέση δασκαλου-μαθητη είναι πολύ δυνατή κι αν καλλιεργηθεί σωστά δίνει καρπούς που κρατάνε για πάντα. 

Όμως τι γίνεται όταν ο μαθητής πρέπει να φύγει για μια καλύτερη κατάσταση; 

Δεν μπορείς να σταματήσεις κανέναν από το να κάνει αυτό που θέλει. Πρέπει να τον αφήσεις να προχωρήσει, να πάρει κατεύθυνση για τον προορισμό του, οποίος κι αν είναι αυτός. Δεν έχεις δικαίωμα να τον επηρεάσεις, ούτε να δοκιμάσεις να τον πείσεις.

Πρέπει να τον αφήσεις να φύγει. 

Όσο να 'ναι, νιώθεις ότι απετυχες, αν και δεν είναι καθόλου έτσι και το ξέρεις.

Μα έχεις πολλούς μαθητές, θα μου αντιτείνεις. Ναι, μα  αυτή η ιδιαίτερη σχέση δεν θα συνεχιστεί, δεν θα ευοδωθεί, δεν θα ανθίσει.

Δε πειράζει σκέφτεσαι, καθώς κλείνεις το φως στο δωμάτιο. 

Αυτά είναι  τυχερά.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η πανσέληνος του Ιούνη

Μα στο φεγγάρι το γεμάτο τι να πεις; Τα βλέπει όλα!!!

Ξέρω πως είναι να μυρίζεις το φως.
Κι είναι ο παράδεισος μικρός για να χωρέσει το πώς.



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Δε φοβάμαι

Τι βασανίζει το μυαλό μου κάθε βράδυ;
Και ποιες εικόνες με τρομάζουν στο σκοτάδι;
Και τόσοι φόβοι που παλεύουν να νικήσουν
τόσες φορές που κινδυνέψαν να κερδίσουν
με 'χουν κάνει μια για πάντα να πιστεύω
πως όταν θέλω κάτι πρέπει να παλεύω.


Η μελωδία του τραγουδιού είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια. Όπως λέει, ακούω βήματα απόψε στο όνειρο μου.

Τι μπορείς να κάνεις για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου, την μοίρα σου και την ζωή;

Και γιατί να θέλεις να το κάνεις; 

Ζούμε κάτω από προστατευτικά στρώματα επιπλαστης ασφαλείας, ιδεατής, με τις καλύτερες προθέσεις. Μα ψεύτικα, ευάλωτα, εύθραυστα, όσο κι εμείς.

Ωραία, ας δώσουμε μια ευκαιρία στον εαυτό μας. Μα η ευκαιρία ξεγλιστρα μέσα από τα χέρια μας, δίχως να αφηνει σημάδια, δίχως προειδοποιήσεις, εκτός κι αν είσαι τυχερός και έχεις ανοιχτα αυτιά και μάτια. Μα τότε δεν είσαι ευτυχισμένος.

Μονόδρομα μονοπάτια που η ομίχλη δεν αφήνει να φανεί που οδηγούν. 

Με βάζω στον τοίχο και με ξεκοκαλίζω, 
δεν περιαυτολογώ και οπωσδήποτε δεν βαυκαλίζω.
Δε χαϊδεύω αυτιά, δεν είμαι ποιητής 
μονάχα αφηγητής
μιας ζωής γεμάτης μα και μοναχικής...

Φοβάμαι;


;


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Παράξενη γιορτή

Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε έλεγε το τραγούδι και δεν είχε άδικο.

Καθιερωμένα, μου έγινε το τηλέφωνό για τα χρόνια πολλά. Καθιερωμένα, ανταπάντησα την επόμενη. Και όπως κάθε χρόνο, σε γιορτή ή γενέθλια, ξαναβρέθηκα με τα ίδια άτομα. Ίσως κάπως λιγότερα φέτος.

- Χρόνια πολλά! Κανω να αγκαλιάσω και να φιλήσω. Ο Νίκος τραβιέται. Κατάλαβα...

- Μην βγάζεις παπούτσια.
- Είναι λερωμένα.
- Θα πάω να πάρω μπύρες.
- Περίμενε, τα ξαναφοραω και έρχομαι μαζί σου.

Περπατάμε. Τον κοιτάζω. Με κοιτάζει. Κουτσαίνει.

- Πρέπει να έχω μηνίσκο. Με ξαναπιάσει.
- Πρέπει να πονάει πολύ!
- Κανονικά δεν κάνει να περπατάω.
- Άσε, θα πάω εγώ.
- Όχι ρε, το έχω.

Ειλικρινά, δεν το έχει. Παλιά δεν μπορούσε να τρέξει μετά τον τραυματισμό του. Τώρα δεν μπορεί ούτε να περπατήσει καλά. Αφέθηκε κι άλλο. Πολλά κιλά...

- Τι μαλακες, δεν σταματάει κανένας!

Κάποιος σταματάει...

- Α, επιτέλους κι ένας. Μαλλον δεν θα 'ναι Έλληνας.

Τον ξανακοιταζω. 

Μπαίνουμε στο μαγαζί.

- Καλησπέρα, θελετε βοήθεια;
- Είμαστε εντάξει, λέει ο Νίκος κι εγώ αναρωτιέμαι αν είναι όντως σίγουρος.

Αδειάζει τις μπύρες από το πάνω ράφι,  αγοράζει ένα μπουκάλι ρούμι και μπακαρντι.

- Εσυ τι θα πιεις;
- Νερό, ευχαριστώ.

Γυρίζουμε σπίτι και αναρωτιέμαι πού πήγαν τα γέλια μας, ο χαβαλες και η χαρά μας.

- Να δούμε κανένα βιντεάκι;
- Ναι, βάλε luben.
- Θα βάλω για ΟΠΕΚΕΠΕ.

Κι όντως βάζει και γελάμε. 42 χρόνια τα ίδια χάλια με άλλους πρωταγωνιστές. Από τη μία οι άριστοι, από την άλλη οι επαναστάτες. Σπουδαίες φάρες κι οι δυο. 

Σε λίγο φτάνει η παραγγελία. Μαζί κι ο κουμπάρος. Το τρίο Στουτζες ολοκληρώθηκε.

Κανονικά δεν πρέπει να ακουμπήσω τίποτα. Τρώω μια μακαρονάδα δίχως αλάτι, μεγάλη επιτυχία. Μετά τσιμπάω και λίγη πίτσα, τα έχω χάσει  εντελώς...

- Γιατί άργησες;
- Είχε δουλειά κέντρο. Έχουν κλείσει οι αγρότες, κάνουν απεργία και τα μέσα...
- Βγήκε το μεροκάματο.
- Ναι μωρέ!

Τα βιντεάκια δεν του αρέσουν και καταλήγουμε να παίζουμε  playstation. Στα 42 μας. Ένας χωρισμένος και πικραμένος, ένας  απογοητευμένος - χτυπημένος και ένας νέος πατέρας, αλλά όχι και τόσο. Η επιτομή της μιζέριας.

Μα είμαστε εμείς. Κάποτε ήμαστε αλλιώς. Κάποτε οι βραδιές τραβούσαν μέχρι αργά και περνούσαμε ωραία. Πίναμε, τραγουδούσαμε και αναλύαμε τις μεγάλες αλήθειες της ζωής, καθώς η νύχτα κυλούσε αργά, δίχως να φτάνει ποτέ στα αλήθεια το πρωί. Πως γίναμε έτσι;


- Παιδιά θα τη κάνω. Η μπουμπού με περιμένει.
- Έγινε ρε μορτη.

Κάνω να αγκαλιάσω το Νίκο. Ξανακάνει πίσω. 

- Καλό βράδυ.
- Έγινε ρε.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

Dos guitarristas

 Δύο κιθάριστες που  έπαιζαν μαζί ρομαντικές μελωδίες, δύο κιθάρες που κουρδιζαν παρέα και τις ακούμπησε η ίδια πένα και η κατάρα που έριξαν μια νύχτα στον εαυτό τους.


Ο ποιητής τους φαντάζονταν να παίζουν ισπανικούς σκοπούς, τραχείς, ωμους, απότομους. Περήφανους και καθαρούς! Σκοπούς ξεχασμένους στις καρδιές μας.


Μα οι κιθάριστες είχαν δική τους βούληση και δεν υπακουαν στη θέληση των άλλων. Βήμα - βήμα, νότα - νότα, έχτιζαν την ιστορία τους από την αρχή. Ταξίδεψαν στον χρόνο, με μόνη συντροφιά  κάποιες διστακτικές χορδές. Άσπρα, μαύρα πλήκτρα, δοξάρια και μικρόφωνα, όλα μαζί περνούσαν δίπλα τους, αλλά δεν έπρεπε να ξέρουν. Ποτέ δεν έπρεπε να μάθουν.


Γιατί οι κιθάρες τους ήταν παράνομες.


Μελωδίες του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και του Κουγιουμτζή, δροσιζαν για λίγο τη ψυχή τους, μα η φωτιά δεν έσβηνε. Αυτή η φωτιά θα είναι και η καταστροφή τους.

Προς το παρόν τους αγαπούσαν όλοι, όπου κι αν πήγαιναν, όλοι σιωπούσαν για να ακούσουν τις κιθάρες τους. Μα όσα θα 'θέλαν πραγματικά, δεν μπόρεσαν ποτέ να τραγουδήσουν.


Κι ας πούμε τώρα πως τους έλεγαν Μιλένα και Χοσέ, ονόματα ολότελα ψεύτικα. 

Κι ας πούμε επίσης ότι ήμουν φίλος τους, πράγμα που αποκλείεται.

Κι ας υποθέσουμε ύστερα πως δεν είχα καταλάβει τίποτα -αυτο κι αν είναι ψέμα!


Είδες λοιπόν; 

Αυτή η αίθουσα συναυλιών, γέμισε με τα ψέματα ολωνων και έφτασε η θολούρα ως την οροφή, σαν βρώμικη θάλασσα που θα μας πνίξει.


Μα όταν τελείωσε η συναυλία, δάκρυσα και τους είπα ότι είμαι περήφανος για αυτούς.

Και δεν έλεγα ψέματα.


Σκλάβοι του πάθους και του ψεύδους, οι εραστές του ονείρου πια δεν ποθούν. Μόνο βαριανασαινουν.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Έλαμψε!

Επιτέλους, το αστέρι έλαμψε, ο ήλιος ανέτειλε, το φως εφάνη!

Χαίρεται η πλάση, ο αέρας φυσά δροσερά και η γη ανθίζει!

Ήρθε το κορίτσι μας και ποιος μας πιάνει!

Ήρθε η πιο γλυκιά φωνή, η πιο ζεστή αγκαλιά, τα πιο όμορφα μάτια!


Άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου!!!


Κι όσα κι αν έρθουν πια, η μεγαλύτερη χαρά είναι παρούσα.


Δεν ζούμε, πάρα για τους άλλους ανθρώπους, τους ανθρώπους μας. Από εκεί πηγάζει κάθε αληθινή χαρά.

Δόξα τω Θεώ.