Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Πλειάδες

Βρίσκομαι στον προαύλιο χώρο ενός σχολείου, του σχολείου μου. Εδώ μεγάλωσα, εδώ ξεκίνησα από το νηπιαγωγείο. Τότε που είχα δικό μου ένα συρτάρι με αυτοκόλλητο ένα πορτοκάλι. Ο θυμός, τα κλάματα, ένα σάντουιτς με λουκάνικο που δεν μου άρεσε κι έτρωγα μόνο το ψωμάκι με την μουστάρδα.

Εδω που γνώρισα την Μαρία, τον παιδικό μου έρωτα και μου έδωσε ένα φιλί.

Εδώ, που τα άλλα παιδιά δεν με παίζανε, που μου έκαναν bullying και που δεν περνούσα καλά.

 Εδώ, που οι βρύσες είχαν το πιο δροσερό νερό του κόσμου κάθε Ιούνιο που είχε πολλή ζέστη και εμείς γερνάμε το κεφάλι προς τα πίσω για να πιούμε, καθώς πατούσαμε το κουμπάκι για να κάνει συντριβανακι.

Εδώ, που χτύπησα μια κοπέλα με την ομπρέλα μου και της έκανα μελανιές. Βρωμοπαιδο!

Εδώ, που αρχίζουν και τελειώνουν οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, τουλάχιστον οι κυριότερες.

Κοίταξα ψηλά και είδα στο ταβάνι κάτι λέξεις. Από εδώ, Πλειάδες. Ήμουν εδώ κι όμως δεν ήμουν πια εδώ!

Κοίταξα γύρω. Δεν υπήρχαν παιδιά που παίζουν, ούτε κάγκελα.

Περπάτησα προς την κατεύθυνση που μου έδειχνε κι έφτασα γρήγορα εκεί που ενώνεται η γη με τον ουρανό. Λωρίδες γης αναποδογυρισμενες αιωρούνταν από πάνω μου κι εγώ μπορούσα πια να ξεκινήσω το ταξίδι μου, να περπατήσω πάνω τους, να περάσω από τη μια στην επόμενη.

Δεν υπήρχε βαρύτητα.

Και στην άλλη άκρη υπήρχε ένα άλλο αστέρι ή ένας άλλος πλανήτης, ποιος ξέρει; Οι Πλειάδες με περιμένουν!

Τις περίμενα μια ζωή!