Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Μια χαρά χάλια είσαι!

Ξανά στο νοσοκομείο να περιμένεις 3 ώρες για μια ρημαδα αιμοληψια, ευγενική χορηγία του υπουργείου υγείας. 

Θύμωσες επειδή γίνεται χάος και προσπαθείτε οι ασθενείς να βρείτε ποιος έχει σειρά; Θύμωσες επειδή δεν μπορούν να περάσουν οι ασθενείς με καροτσάκια από τον διάδρομο που περιμένεις; Θύμωσες επειδή από τον ίδιο διάδρομο περνάνε και κάτι μεγάλοι κάδοι σκουπιδιών;

Ή μήπως γιατί μόνο ένα άτομο κάνει αιμοληψια και εσύ περιμένεις άλλους 30;

Θύμωσες αρκετά ή ακόμη;

Γιατί θυμώνεις; Σε αυτήν την Ελλάδα δεν γεννήθηκες; Σε αυτήν την Ελλάδα δεν μεγάλωσες;

 Σε αυτήν την Ελλάδα δεν θα πεθάνεις;

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Μια γροθιά στην ντουλάπα

Πήγαμε να δούμε μια ταινία μετά από τόσους μήνες. Μην ρωτάς αν τρώω ποπ κορν.

Είδαμε διασκευασμένη μια τραγωδία, μια αδικία σε αθώους από τις τόσες που έχουν υποστεί οι άνθρωποι σε αυτήν την χώρα όλα αυτά τα χρόνια.

Γιατί οι νεκροί στην Ελλάδα, μαζί και οι ζωντανοί, ποτέ δεν δικαιώνονται.

Σε κάποια φάση από τον θυμό και την αδικία, μια πρωταγωνίστρια χτύπησε με δύναμη τη γροθιά της πάνω σε ότι βρήκε μπροστά της. Μετά αισθάνθηκε τον πόνο. Μετά έκλαψε. Και στο τέλος σιώπησε. Δε μπορούσε πια να κάνει τίποτα.

Θυμήθηκα πριν λίγα χρόνια που κι εγώ χτύπησα τη γροθιά μου σε μια ντουλάπα με όλη μου τη δύναμη.
Αδικία, θυμός, πόνος... Και μετά σιωπή.

Βουβός ο πόνος.

Για κάνα δυο μήνες, ειδικά όταν βραδιαζε και έπεφτε η θερμοκρασία, το χέρι μου πονούσε αφόρητα. Με τα μυαλά που είχα έτρωγα σοκολάτες για να μου καταπραυνουν τους πόνους. Δεν ήμουν έξυπνος, να πάω σε έναν γιατρό. 
 Δεν ήμουν έξυπνος, να διώξω τον πόνο.

Δεν ήμουν έξυπνος να με φροντίσω.

Και να που είμαι τώρα εδώ, χωρίς να έχω ρίξει γροθιά, με άλλους πόνους παρόντες και τις σοκολάτες να κάνουν ζημιά.

Δε γαμιεται ρε φίλε. Η δικαιοσύνη ποτέ δεν έρχεται.

Θα φροντίσω εγώ τον εαυτό μου.


Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Νούμερα

Κάθομαι σε ένα τραπέζι με κίτρινο τραπεζομάντηλο. Πάνω σε μία σκηνή. Από κάτω δεκάδες καθίσματα. Άδεια. Ψυχρά. Βουβά.

Κοιτάζω τα καθίσματα κι αμέσως μετά γυρίζω το βλέμμα μου στα φώτα. Μπορούν να νικήσουν τα γύρω σκοτάδια; 

Στον εξώστη μόλις που διακρίνω τις σειρές και δίπλα τους σβησμενους προβολείς κι ένα κλιματιστικό. Πιο πίσω τα μικρά τετράγωνα παραθυράκια. Κοντά ή μακριά, ποιος ξέρει;

Στη σκηνή το πιάνο με ουρά, έτοιμο για νότες, μα δεν μπορώ να παίξω. Οι κουρτίνες αποτραβηγμενες με πείσμα στις άκρες του χώρου. Το χαλί που αγκαλιάζει αταίριαστα το τραπέζι και τα ηχεία που κρέμονται από ψηλά.

Πόσες φορές να κοιτάξεις το κενό χωρίς να τρομάξεις; Πόσες φορές να παρηγορηθεις;

Τα νούμερα κυβερνάνε τη ζωή μας. Κι εμείς νομίζουμε πως είμαστε κύριοι της μοίρας μας.


Κι ύστερα τα νούμερα μεγαλώνουν...

Θα έλεγα πως κουράστηκα, παραιτούμαι πια, μα δεν παραιτούμαι ποτέ.


Υ.Γ.  Μπήκε για μάθημα η Άννα, η τελευταία της ημέρας. 
Σιγά μην παρατήσουμε τη μουσική.
Ή τη ζωή.