Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Τα χτυπήματα της ταπεινωσης

Νομίζω κι εγώ ότι ότι είμαι ταπεινός. Νομίζω ότι είμαι καλός πιανίστας. Καλός μουσικός. Καλός άνθρωπος...

Χα.

Πηγαίνω στην αίθουσα που κάνω μαθήματα φέτος. Αυτήν με το πιάνο με ουρά. Το καλύτερο του σχολείου. Όχι γιατί μου κάνουν την τιμή, αλλά γιατί τρέχω συνέχεια στην τουαλέτα. Σαν παππούς, όχι σαν νέος, γόης, καλλιτέχνης. Σκάσε εγωισμε, αυτό θα έπρεπε να αρκούσε.

Ακούω να παίζουν εναλλάξ μια κοπέλα και ένα παλικάρι, κι οι δυο μαθητές του σχολείου. Θα είναι Λίστα, Ραχμάνινοφ. Δύσκολα κομμάτια και με κάποιο συναίσθημα. Μπράβο τους.

Στέκομαι λίγο μπροστά στο πιάνο και χαζεύω. Παίζει καλά.

Μα μόλις ήρθε η μαθήτρια μου.

-Άντε παιδιά, το σχολαμε για να κάνουμε μάθημα.
- Κύριε, απλά ζηλεύετε.

Έτσι είπε η μαθήτρια.

-Εννοείται... απάντησα περιπαικτικά.

Μα  όσο περνούσε η ώρα, άρχισαν σκέψεις στο μυαλό μου. Ρε, μπας κι έχει δίκιο; 

Το εγώ μας είναι πάντα πολύ ισχυρό. Τι δουλειά είχα να κάτσω να ξεσυνεριζομαι την μαθήτρια;

Κι όμως!

Στο διάλειμμα άρχισα να παίζω την 2η Ουγγρική ραψωδία του Λιστ. Λες και είχα να αποδείξω κάτι.
ξ
Μετά από δύο τρία λεπτά έρχεται η ίδια μαθήτρια. Και τι ρωτάει αυτήν την φορά;

-Κύριε το ξέρατε παλιά αυτό το κομμάτι;

Δεύτερο χτύπημα, πιο δυνατό αυτήν την φορά. Μα καλά, δεν ακούει ότι το παίζω καθαρά;

Όχι Σάββα, δεν ακούει αυτό που ακούς εσυ.

-Κύριε μπορείτε να παίξετε εκείνο το σημείο;

Και της το έπαιξα.

Για να δείξω ότι μπορώ. Και μπορούσα.

Ε, και; 

Μα καλά, πόσο ανασφαλής είσαι ρε φίλε;
Έλα μου ντε; Ή κατάρα των μουσικών.


Η ταπείνωση όμως με κρατά στα σωστά μου μέτρα.

Ευχαριστώ.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Στριφογυρίζοντας

Ακούω μουσική πριν το ξημέρωμα.

Θυμάμαι τα χρόνια που πέρασαν. 

Θυμάμαι τις στιγμές στο παλιό μου σπίτι. Μόνος, με παρέα τη μουσική και τότε, σε ένα μεγάλο, υπερδιπλο κρεβάτι. Κι όμως, δεν χωρούσα...

Όλα όσα με βασάνιζαν τότε μοιάζουν τόσο μακρινά. Αγαπώ όμως και την αίσθηση τους, το αποτύπωμα που είχαν πάνω μου. Κατά μία έννοια, είναι αυτά που με διαμόρφωσαν στον άνθρωπο που είμαι σήμερα.

Stop this train.

Μουσικές από άλλες εποχές, που όμως είναι πάντοτε το παρόν μου. Γλυκόπικρες αναμνήσεις, μα όχι άσχημες. Γιατί είναι οι δικές μου αναμνήσεις.
Με την αθωότητα τους, όσο και την δική μου, που τις κάνουν τόσο όμορφες. Δεν πεθαίνουν και κρατάνε κι εμένα ζωντανό και νέο, νεαροτατο, έτοιμο να μάθω τα πράγματα ξανά από την αρχή, να ζήσω την ημέρα λες και είναι η πρώτη μου. Να έχω την καρδιά μου ανοιχτή, δίχως να φοβάμαι και να ξέρω ότι αυτό είναι κάτι καλό. 



Δε πειράζει αν δεν μπορώ να κάνω όσα ονειρεύτηκα αλήθεια. Μου έμεινε το όνειρο να με παραμυθιαζει γλυκά. Κι έτσι κι αλλιώς έκανα ότι μπορούσα. Κι έτσι κι αλλιώς κάνω ότι μπορώ. Δεν παραιτούμαι ποτέ κι αυτή μου η πράξη θα με βάλει στον παράδεισο. Πια, δεν βιάζομαι. 

Κι αν η ζωή μου κάποιες φορές έμοιαζε με βασανιστήριο, δεν την άφησα ποτέ να γίνει κόλαση.

Για αυτό και τώρα ζω στον παράδεισο. 


You can never stop this train.




Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Μέσα από τον καθρέφτη

Άνοιξα την μεγάλη αίθουσα με το παλιό, σκουριασμένο κλειδί. Στην αρχή το κλειδί δεν γυρνούσε. Μα το σκοτάδι γύρω ήταν επιτακτικό και αμείλικτο. Ή ανοίγεις ή σε καταπίνει...

Πάτησα μέσα στην αίθουσα. Κατέβηκα ενα-ενα τα σκαλοπάτια και καθώς περπατούσα, έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα. Κι ήταν σαν να έζησα ξανά το αγωνιώδες πριν, μα σίγουρα δεν είχα ζήσει το τώρα του τότε.

Μικρές καμπανούλες και μια ορχήστρα εγχόρδων να παίζει δραματικά, λες και διψούσε για το δάκρυ μου. Μα πόσο μακριά βρίσκεται η σκηνή;

Κι είναι σαν χίλιες ανάσες κάποτε να πάγωσαν εδώ μέσα. Η αίθουσα είναι άδεια. Το σκοτάδι ξαναγυρνά και μου χτυπά την πλάτη. Προχωρώ ξανά.

Μια γλυκιά φωνή ακούγεται και φέρνει την ανατολή σε αυτήν την παγωμένη αίθουσα. Και για λίγο φωτίζει. Το τραγούδι της ζωντανεύει τις στιγμές, σαν το τώρα να πλησιάζει ανύποπτο τον καταρράκτη των συναισθημάτων και των εύθραυστων παθών όταν ανοίγουν προβολείς πάνω σε σκιές που δεν φοβούνται μήτε φως, μήτε σκοτάδι. Για μια από αυτές τις στιγμές κοντοστέκομαι, αφουγκραζομαι, σαστιζω. Ναι, την γνωρίζω αυτήν την φωνή. Κάποτε της δίδαξα φως. Κι αυτή το πήρε και το έπλασε στα δύο της χέρια και με έλουσε με αυτό.

Ξανά πέφτει βαθύ σκοτάδι, μα δεν φοβάμαι, έχω φακό που δε σβήνει. Συνεχίζω να κατεβαίνω, μέχρι που βρίσκομαι μπροστά στη σκηνή. Ανεβαίνω τα ξύλινα σκαλοπάτια που κάνουν περισσότερο θόρυβο το βράδυ και περπατώ στην άδεια σκηνή. Δεν υπάρχει κανείς να χειροκροτήσει. Η αίθουσα είναι άδεια.

Τραβάω την κουρτίνα να κλείσει. Τώρα δεν με βλέπει κανείς, δεν βλέπω κανέναν. Πίσω από τις κουρτίνες είναι άλλες κουρτίνες και πίσω από αυτές βρίσκω επιτέλους ένα όμορφο πιάνο, μόνο που πρέπει να το σπρώξω μόνος μου στη σκηνή, διαφορετικά δεν μπορώ να το ανοίξω. Κι αφού το φέρνω στο κέντρο της, μπορώ να παίξω οποία μελωδία θέλω 

Ω! Τι πάθος!
Ω! Τι πένθος!

Οι νότες ξεπηδούν μόνες τους, λες και τα δάχτυλα ήρθαν για να μαγέψουν αυτό το Τώρα. Λες και οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν τα χρώματα στον αέρα. Λες και οι νότες πετούν γύρω σε όλες τις αποχρώσεις, σαν ευαίσθητα λουλούδια που διαλύονται στον άνεμο. Ναι, αυτό το Τώρα δεν χαρίζεται, ούτε γεννιέται. Αυτό το Τώρα δεν μπορεί να πεθάνει. Απλά υπάρχει για να δίνει χαρα στο Πάντα.

Κι έτσι, εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο σειρές βαριές κουρτίνες, καταδικασμένος να μην ανοίξω την αυλαία, εκεί, ανάμεσα στο Πίσω από τον καθρέφτη, είμαι ζωντανός μαζί με την μουσική μου και θα συνεχίσω να παίζω, ώσπου να σημάνει κάποιο αόρατο ρολόι, ευλογία ή κατάρα για  τον χαμένο χρόνο.

Ναι, αυτό το Τώρα μου ανήκει για Πάντα. Θα είμαι εκεί.

Ως τα μεσάνυχτα. 

Εσύ κοιτά να μην ξυπνήσεις. Θα σου πω ένα νανούρισμα.