Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πριν το σκοτάδι καλύψει τα όνειρα μας




Άσπρα όνειρα, λευκά, κατάλευκα.



Οι δείκτες ενός ρολογιού γκρίζου χτυπάνε. Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.

Βγαίνουν από το ρολόι κι έρχονται μπρος μου. Με κοιτάνε  στα μάτια και τους κοιτάω. Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.


Περπατάνε στον αέρα και πετάνε στο μυαλό μου. Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.


Πηγαίνουν πίσω. Πιο πίσω. Ακόμη πιο πίσω. Περπατάνε σταθερά. Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.

Το παρόν, το παρελθόν είναι ένα. Δεν έχει νόημα να βάλουν σειρά κι εγώ αναπνέω σε κάθε βήμα, σε καθε πάτημα τους. Στο τικ. Στο τακ.


Νομίζω κι εγώ κι εσύ ξέρουμε που μας οδηγούσαν τα βήματα απο την αρχή. Πριν την αρχή. Πριν το ρολόι. Πριν τους δείκτες. Από την ώρα που γεννήθηκαν τα όνειρα. Τι άσπρο και λευκό είναι αυτό;


Γνωριζόμασταν πριν συναντηθούμε. Ψάχναμε ο ένας τον άλλο, σε κάθε βήμα, σε κάθε ανάσα. Το ξέραμε καλά ότι γεννηθήκαμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί τα βήματα δεν ακούγονται. Δεν έχει τικ. Δεν έχει τακ. Δεν.


Ξέραμε το μονοπάτι του ο καθένας. Το ξέραμε πολύ καλά. Εσυ είχες ξεκινήσει λίγες ανάσες πρωτύτερα. Ασήμαντη διαφορά... Συναντηθήκαμε κάπου εκεί που το σύννεφο διαλυοταν. Και πατήσαμε στα αστέρια. Και λάμπανε. Και λάμπουν ακόμα. Και θα συνεχίσουν να λάμπουν, γιατί τα περπατήσαμε πιασμένοι χερι-χέρι.



Ξέρουμε και τώρα που βαδίζουμε σταθερά. Με σιγουριά μυρίζω το καμένο δυόσμο. Καήκαμε αγάπη μου! Μου έβαλες φωτιά και εγώ σε αγκάλιασα να καούμε παρέα. Ας καούμε λοιπόν.


Κοιτάχτηκα πολλές φορές  κατάματα στο καθρέφτη και θέλησα να σβήσω αυτή τη θλίψη από τα μάτια σου. Καίει πολύ. Ακόμα καίει.


 Πονάει.



Ώσπου το πήρα απόφαση. Δε θα σβήσω τίποτα. Δε μπορώ να σβήσω τόσα βήματα. Δε σβήνει το φως. Κι ας γίνεται φωτιά. Κι ας είναι σε άλλη ήπειρο. Κι ας είναι σε άλλο κόσμο.





Το ξέραμε το μονοπάτι μας. Λίγοι το βλέπουν, κι εμείς το ξέραμε. Εγώ δε το παραδεχόμουν. Με έπεισες να το κοιτάξω. Τώρα καιρός να αλλάξεις το μονοπάτι και να περπάτησεις μόνο στο φως. Αν το κάνεις, θα αντανακλά από μέσα σου. Κάντο για χάρη μου. Είτε σου κρατω το χέρι, είτε όχι.

Και άσε να βγαίνει από μέσα σου το φως.






Μα οι δείκτες δείχνουν μία κι είναι αργά.

Ποιος χτυπά τη πόρτα του χρόνου γυμνός;
Ποιος αποφασίζει να σπάσει το ρολόι και να αλλάξει δείκτες;
Ποιος μετράει με φωτιάς ανάσες;


Ποιος;


Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου