Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ίων Δραγούμης, ένας διαφορετικός φιλόσοφος.



                                                                                                                                                                                                                       
Αν αξίζει να μνημονεύεται κανείς μέσα στις πολυάριθμες σελίδες της Ιστορίας για κάτι, είναι για τα έργα του. Όταν μάλιστα είναι διαφορετικός από τους άλλους, μπροστά από την εποχή του και με διαφορετικές ιδέες από αυτές των άλλων, συγχρόνων του, συχνά παρεξηγείται και απομονώνεται, πέφτοντας ενίοτε σε πρόσκαιρη λήθη. Μέσα στους αναρίθμητους αιώνες όμως που ακολουθούν, πολλές φορές επανα-ανακαλύπτονται τέτοια πρόσωπα και οι ιδέες τους λάμπουν ξανά στο στερέωμα της διαχρονικότητας. Το μόνο που μένει μετά είναι να δούμε πέρα από τη λάμψη τους, τη προέκταση τους στην εποχή μας. Και δεν είναι τόσο δύσκολο μερικές φορές.

Τέτοιο πρόσωπο ήταν και ο Ίωνας Δραγούμης. Ένας παραγνωρισμένος διπλωμάτης, πολιτικός, συγγραφέας και προασπιστής των εθνικών υποθέσεων, θύμα του διχασμού Βενιζελικών- Αντιβενιζελικών, δολοφονημένος στα Ιουλιανά του 1920, εντελώς αναίτια και άνανδρα, από φανατικούς της εποχής του. Ανοιχτόμυαλος, ανεξάρτητος στη σκέψη και τίμιος, ένα ωραίο δείγμα Έλληνος, όπως το ήθελε κι ο ίδιος. Δε κυνήγησε την εξουσία με μανία, δεν επεδίωξε το πλουτισμό, ούτε την εύνοια των ισχυρών και των κρατούντων. Και το πλήρωσε. Ένας γενναίος άνθρωπος που είχε άποψη και δε δίσταζε να τη καταθέτει σε κάθε ευκαιρία και να την υποστηρίζει έμπρακτα. Ένας γνήσιος Έλληνας στο πνεύμα, που κράτησε από τις ιδεολογίες της εποχής του ότι θεωρούσε καλύτερο, φτιάχνοντας μια δική του κοσμοθεωρία, κράμα εθνικισμού, σοσιαλισμού και ανθρωπισμού, πριν οι ιδεολογίες αυτές φορτιστούν αρνητικά και θετικά, ανάλογα της σκοπιάς του καθενός. Οι ιδέες του ηχούν περίεργες σε κάποιους, θελκτικές σε κάποιους άλλους, σίγουρο είναι όμως πως είναι πάντα επίκαιρες και ενδιαφέρουσες. Αυτός που είπε «Δεν ξέρω αν είμαστε καθαροί απόγονοι των αρχαίων. Είτε καθαροί, είτε κι ανακατωμένοι, μιλούμε όμως γλώσσα ελληνική» και «Εκείνο που με συνδέει μ' έναν τόπο δεν είναι το καλοκαίρι, είναι ο χειμώνας, και με τους ανθρώπους, οι λύπες της αγάπης», πάντοτε έχει κάτι να δώσει στον κατοπινό μελετητή της πορείας του στο κόσμο.


Αυτή ακριβώς η ένταση στο πνεύμα του είναι που τον διέκρινε και στο συγγραφικό του έργο. Ποιος θα μπορούσε να ξυπνήσει τους Έλληνες; Ποιος θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε μια άλλη, ελληνική Αναγέννηση, σε μια ανάκαμψη στο βίο τους; Να αφήσουν πέρα την επίσημη, νεκρωμένη γλώσσα και να προσχωρήσουν στην δημοτική, που σήμαινε μεγαλύτερη συμμετοχή όλων στην επιστημοσύνη και τα γράμματα; Ποιος θα μπορούσε να τους ωθήσει να γίνουν καλύτεροι Έλληνες και καλύτεροι άνθρωποι; Πώς να τους πείσει να προοδεύσουν και να αποκοπούν από τα συμπλέγματα κατωτερότητας που τους διακατέχουν από γενέσεως Ελληνικού κράτους το 1821; Να εμπνευστούν από τους προγόνους τους και να πιστέψουν ότι μπορούν να κάνουν ανάλογα μεγάλες πράξεις;

Με λίγα λόγια, τότε, όπως και τώρα, υπήρχαν πάντα λίγοι άνθρωποι, οραματιστές, πρωτοπόροι, που θέλανε να αλλάξουν τα πράγματα της εποχής, να ξεπεράσουν τα εμπόδια και την εποχή τους για χάρη των πολλών και να τους οδηγήσουν, τελικά, σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ανώτερη. Δηλαδή πνευματικότερη.

Το ζήτημα είναι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τέτοιους ανθρώπους μέσα στο πλήθος και να κατανοήσουμε γιατί είναι σημαντικά τα όσα προτείνουν.



Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Όσοι ζωντανοί:

- Δεν έχω πια να βγω από το έθνος μου. Θα κυλιστώ μέσα του αναγνωρίζοντας τη σκλαβιά μου και ομολογώντας την. Δεν ξεχωρίζεται πια η ζωή μου από την ενέργεια μου. Είμαι νεύρο της ελληνική ζωής, όπου κι αν σταθώ, όπου κι αν βρεθώ. Είμαι σε φυσιολογική κατάσταση, όταν αισθάνωμαι τον εαυτό μου έ ν α με τους ανθρώπους του έθνους μου.

-Δεν έχω να σκοτιστώ για όσα λεν τα άλλα έθνη για το έθνος μου, παρά θα φροντίζω να ξανοίγω το δρόμο του, να το ξελευτερώσω, μην ακούοντας τους άλλους, μην κοιτάζοντας κανένα.

-Δεν πασκίζω για το κράτος, γιατί το κράτος το δικό μας δεν αξίζει να το βοηθά κανείς, είναι μοναχά ορμητήριο. εγώ πασκίζω για το έθνος. Είναι ανάγκη ναυτειάσω ανθρώπους, να ελευτερώσω τους Έλληνες, ελεύτερους και δούλους, γιατί είναι όλοι τους σκλάβοι και ραγιάδες.

- Τη πολιτική τη σιχαίνομαι για πολλούς λόγους και για τα πολλά της τα λόγια και μόνο αν γίνεται με την πολιτική  να καταφέρω να υψώσω την αίσθηση και τη θέληση των γύρω μου ανθρώπων κατά κάποιον αγώνα ή πόλεμο (το μόνο πράμα που αξίζει σ'αυτό τον κόσμο, γιατί βιάζει τον άνθρωπο να ελευτερώνεται), μόνο αν μπορώ να συγκεντρώσω μια προσπάθεια, όποια και να 'ναι, της φυλής μου προς κάποιο είδωλο ή κάποια πραγματικότητα, μόνο τότε αξίζει να κάνω πολιτική. Η προσπάθεια να ξεθυμάνη κάποτε, ο πόλεμος θα τελειώση με τη νίκη και θα μείνει έπειτα ο άνθρωπος πιο δυνατός, πιο αντρείος, πιο τολμηρός, πιο φωτισμένος και πιο ελεύτερος και γω θα έχω κάψει τη ζωή μου, θα την έχω ξοδέψει.

- Οι κεφαλές της Ρωμιοσύνης πρέπει να γίνουν άνθρωποι. να μ ι α δουλειά μου. Η πολιτική του Ελληνισμού πρέπει να γίνη πολιτική με σκοπό την ένωση της φυλής. να ά λ λ η μια δουλειά μου. Και οι δυο χρειάζεται να γίνωνται παράλληλα.

- Δε μου έρχεται να λέγω σαν τους πολλούς, και μάλιστα επιστήμονες, «οι άνθρωποι     τ ώ ρ α είναι έτσι ή αλλοιώς. Τα πράγματα άλλαξαν στον αιώνα μας.». Οι άνθρωποι αλλάζουν πάντα, είναι το φυσικό τους, αυτό όμως το φυσικό τους δεν αλλάζει και λοιπόν δεν είναι κανένα καινούργιο αξίωμα πως οι άνθρωποι από τον αρχαίο καιρό αλλάζουν. Ό λ α μπορούν να γίνουν π ά ν τ α, σε κάθε καιρό, με κάθε λογής ανθρώπους, φτάνει να βρίσκωνται μεταξύ τους μερικοί διαλεχτοί, που να είναι αρκετά δυνατοί, όσο χρειάζεται για να κάνουν αυτά που σκοπεύουν, μ’ όλα τα εμπόδια που ξεφυτρώνουν γύρω τους. Γιατί, όσο και ν’ αλλάξουν οι άνθρωποι απομένουν πάντα άνθρωποι.


Βιβλιογραφία:

Η ζωή και η δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη (31 Ιουλίου 1920)
http://www.istorikathemata.com/2012/07/zoi-kai-dolofonia-tou-ionos-dragoumi.html

Ίων Δραγούμης (1878 – 1920)
http://www.sansimera.gr/biographies/178

Ίων Δραγούμης
Όσοι ζωντανοί

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Στη γη της επαγγελίας.

Κάθε πραγματικά όμορφη μουσική έχει γραφτεί για να εξυμνήσει το Θείο. Το ανώτερο από εμάς, αυτό που βρίσκεται πάντοτε δίπλα μας και μας καθοδηγεί, μας παροτρύνει, μας δυσκολεύει και μας παρουσιάζεται όταν υπάρχει ανάγκη. Μας δίνει πνοή και νόημα να ζούμε. Μας επιτρέπει να επιτύχουμε τα ακατόρθωτα, να ελπίζουμε εκεί που δεν υπάρχει ελπίδα. Και να νικάμε. Να τα καταφέρνουμε. Να επιτυγχάνουμε. Όπου δεν υπάρχει διαφυγή, διέξοδος, προοπτική, υπάρχει ο Θεός.

Ξεκινώ με μια θέση που ίσως φαίνεται απόλυτη. Ίσως να είναι δύσκολη για όσους δε πιστεύουν σε κάτι παραπάνω από αυτό που βλέπουν μπροστά τους. Μα δεν έχω διάθεση να κάνω βήμα πίσω.

Στη γη της μουσικής επαγγελίας. Μη το ξεχνάμε, η γη της επαγγελίας πάντοτε ήθελε πολύ ιδρώτα, αγώνα, πόνο, αίμα και δάκρυα για να μετατραπεί σε  αυτό που φαντάζονταν όσοι την έψαχναν για σαράντα χρόνια. Γιατί κι όταν την βρήκαν μπροστά τους, χρειάστηκε να πολεμήσουν για να την κατακτήσουν. Κανένας αγώνας δεν τελειώνει με μια απλή αναγγελία άφιξης. Θέλει σπόρο καλό και συστηματική καλλιέργεια και υπομονή και φροντίδα για να προκόψει ο κήπος της ψυχής και της αρετής που κρύβει μέσα της.

Στη γη της μουσικής επαγγελίας. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς προετοιμασία, χωρίς προηγούμενο.
Για αυτόν που είχε μέχρι το τέλος μια τυφλή ελπίδα, αποτελεί την απόλυτη απόδειξη ότι ο Θεός υπάρχει κάπου εκεί έξω και κοντά μας, μας ακούει και μας βοηθά, μας στηρίζει κι αν πιστεύουμε, ότι ζητάμε μας το δίνει. Απλά και χωρίς μεγάλες κουβέντες. Σιγανά και ταπεινά.

Η μουσική, μου έλεγε η καθηγήτρια του πιάνου μου, έχει σαν τελικό σκοπό να φέρει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση ηρεμίας. Τώρα μόλις κατάλαβα εκείνα της τα λόγια. Αυτή την κατάσταση ηρεμίας που μας φέρνει κοντά στο Θεό. Μια προσευχή...