Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

28η Οκτωβρίου 2011

Σήμερα ήταν η ημέρα επετείου του ιστορικού ΟΧΙ που είπε ο ελληνικός λαός στις δυνάμεις της καταπίεσης, της βαρβαρότητας και του ολοκληρωτισμού το 1940. Ημέρα κατά την οποία πρέπει να θυμόμαστε και να τιμούμε τους αγωνιστές μας, προσπαθώντας να μοιάσουμε με τον τρόπο μας στον ηρωισμό και την γενναιότητα που επέδειξαν οι όχι και τόσο μακρινοί μας πρόγονοι απέναντι στον επίδοξο κατακτητή. Ημέρα να βροντοφωνάξουμε ΟΧΙ.

Το μεγάλο θέμα της ημέρας ήταν η γενική αποδοκιμασία του κόσμου στην εξέδρα των επισήμων στις κατά τόπους παρελάσεις. Ο κόσμος οργανωμένα ή αυθόρμητα στις περισσότερες περιπτώσεις, επέλεξε να στείλει το δικό του μήνυμα στους εκπροσώπους του πολιτικού μας κόσμου. Κάποιοι έφυγαν σαν τους κλέφτες. Κάποιοι οργίστηκαν. Κάποιοι άλλοι παρέμειναν στη θέση τους, σαν να μην έτρεχε τίποτα απολύτως. Ένα πρόσωπο θα πρέπει να μας μείνει στο μυαλό για τη στάση του και αυτό είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το πρόσωπο αυτό ενσαρκώνει τις ιδέες και τα ιδανικά ενός ολόκληρου πολιτεύματος που αποκλίνει εδώ και πολύ καιρό από την ενδεδειγμένη για του πορεία. Υπεύθυνοι για αυτό είναι σύσσωμος ο πολιτικός μας κόσμος, εξαίρεση του οποίου δεν αποτελεί ο Πρόεδρος. Με όσα συμβαίνουν το χρονικό διάστημα από την εκλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία, στη διάρκεια του οποίου έχει καταλυθεί κάθε έννοια κοινωνικού κράτους ή δικαίου, θα περίμενε κανείς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να λάβει σαφή θέση. Αντ’ αυτού, έχει επιλέξει να μένει ένοχα σιωπηλός, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έστω ο τελευταίος θεματοφύλακας της ελληνικής (ισο)Πολιτείας.

Είναι λογική και επόμενη η αντίδραση του στις κραυγές του κόσμου εναντίον του. Προδότης ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Αδύνατον! Ενοχλήθηκε σφόδρα με το χαρακτηρισμό και αμέσως μας υπενθύμισε πως αγωνίστηκε για την Ελλάδα ως αντάρτης εκείνα τα ταραγμένα και τραυματικά χρόνια. Η στάση του το τελευταίο διάστημα έδειξε πως συναινεί σε όλη τη διαδικασία χρέους και υποβάθμισης της ελληνικής κοινωνίας, φέροντας σαν δικαιολογία τη διάσωση της πατρίδας από την αδιέξοδη οικονομική πορεία που έχει πάρει όλα τα προηγούμενα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση.

Ο δρόμος για τη κόλαση στρώνεται με τις καλύτερες προθέσεις λένε και είμαι σίγουρος πως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι εθνικός μειοδότης. Δεν του το επιτρέπει το παρελθόν του. Δεν του το επιτρέπει ο θεσμικός του ρόλος. Επιπλέον, δεν πρέπει ένας Έλληνας πολίτης να υποθέτει κάτι τέτοιο για τον ίδιο του τον Πρόεδρο. Θα ήταν μια ύβρις.

Όμως, τα ίδια ακριβώς δεν ισχύουν και για τον Πρωθυπουργό της χώρας; Μήπως δεν ισχύει το ίδιο για τους κ.κ. Υπουργούς; Για τους βουλευτές; Για τους δημάρχους; Για το τελευταίο κρατικό υπάλληλο; Πως γίνεται λοιπόν να έχουμε ξεπεράσει τους ηθικούς φραγμούς αυτούς εδώ και καιρό; Μήπως δεν έχουν αποκληθεί προδότες οι πολιτικοί μας τους τελευταίους μήνες; Μήπως δεν έχουν απαξιωθεί τόσο στη συνείδηση του κόσμου, ως του σημείου να εμφανιστούν και πάλι περιπτώσεις νοσταλγών της δικτατορίας; Μήπως κάτι δε πήγαινε καλά εδώ και πολύ καιρό στις σχέσεις των πολιτών με τους νόμιμους εκπροσώπους του;

Μάλλον η ιδέα να διαδηλώσει και να δείξει τη περιφρόνηση του ο κόσμος στους υπερτοπικούς του άρχοντες δεν είναι νέα. Είναι μια διαδικασία που έχει προκύψει από ζυμώσεις δεκαετιών και ολοκληρώνεται στη σημερινή Ελλάδα με τον πλέον απόλυτο τρόπο. Οι Έλληνες δε γουστάρουν πια αυτούς που τους κυβερνούν.

Ο κύριος Παπούλιας έχει αποτύχει το τελευταίο διάστημα να ανταποκριθεί στο ρόλο που του έχει αναθέσει ο ελληνικός λαός, γιατί αυτός θα ήταν να δηλώσει ρητά και κατηγορηματικά την εναντίωση του εναντίον της συνωμοσίας που έχει εξυφανθεί κατά του έθνους και του κράτους. Αν επιτελούσε ευσυνείδητα το ρόλο του, θα διέλυε αύριο κι όλας το θίασο αυτό του παραλόγου που λέγεται κυβέρνηση, αποσύροντας την εμπιστοσύνη του σε αυτήν, εξαναγκάζοντας την να πάει σε εθνικές εκλογές. Δε το έχει κάνει ως τώρα. Θα μπορούσε επίσης για λόγους ευθιξίας να παραιτηθεί, αν όχι πρωτύτερα, δείχνοντας ανοιχτά τη δυσφορία του στις μεθοδεύσεις που μας οδήγησαν ως εδώ, έστω τώρα, την ύστατη στιγμή, σαν παράδειγμα αρχηγού κράτους, που εκφράζοντας τη βούληση του λαού του, δεν αντέχει τη κοροϊδία και εγκαταλείπει το αξίωμα του, αηδιασμένος από τις πρακτικές που οδηγούν μια ολόκληρη χώρα στην μιζέρια και την απελπισία.

Δεν έκανε τίποτα από τα δύο προς το παρόν, όμως η φράση που ξεστόμισαν κάποιοι, αλλά και ο ίδιος, προσπαθώντας να την αντικρούσει, θα μείνει εδώ για να στοιχειώνει τη πολιτική μας ζωή για πάντα, με τον ίδιο τρόπο που ακούστηκαν ακατονόμαστες ύβρεις εναντίον του Πρωθυπουργού της χώρας στην Έκθεση Θεσσαλονίκης 2011.

Παρόμοιες ύβρεις ακούστηκαν και κατά άλλων υπουργών και βουλευτών το τελευταίο καιρό. Μόνο έκπληξη λοιπόν δεν αποτελούν τα σημερινά γεγονότα.

Κάτι είναι πολύ σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας τελικά. Κανείς δε μπορεί να συνεχίσει να υποκρίνεται. Οι μάσκες δεν έπεσαν. Κείτονταν πολύ καιρό χάμω.

Το λυπηρό είναι πως ο θεσμός της Προεδρίας της Δημοκρατίας υπέστη ήδη πλήγμα, εφόσον βρέθηκε έστω κι ένας πολίτης αυτής της χώρας να αποκαλέσει τον αρχηγό του κράτους προδότη. Το στενάχωρο είναι ότι αυτή η σκέψη πλανάται στις συνειδήσεις πολλών ακόμη πολιτών αυτής της χώρας. Το τραγικό θα είναι να επαληθευτεί με τον πλέον αποκρουστικό τρόπο, με χτύπημα στον θεσμό της ίδιας της Δημοκρατίας στη χώρα μας. Ας ελπίσουμε να μην είναι ήδη πολύ αργά.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Το ξόδι.

Κάποτε οι TXC είχαν κυκλοφορήσει το τραγούδι Το ξόδι . Ένα τραγούδι που μιλούσε για τα όσα έβλεπε το συγκρότημα για τη κατάσταση στην Ελλάδα και στον κόσμο. Ένα τραγούδι χείμαρρος, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου εκείνου. Και παρ' όλο που δε συμφωνώ πάντοτε με τις απόψεις τους και τα λεγόμενα τους, το τραγούδι αυτό μετέφερε μια κραυγή αγωνίας για το μέλλον. Ήξεραν. Μας το είπαν. Δεν τους ακούσαμε.

Το τραγούδι δεν είναι ωραίο. Δεν είναι αισθητικά όμορφο, ούτε ευκολοχώνευτο, ούτε "καλό", στα πρότυπα έχουμε συνηθίσει να ακούμε τραγούδια.

Δεν θα ήταν δυνατόν άλλωστε, λαμβάνοντας υπ' όψιν το περιεχόμενο του, να είναι κάπως διαφορετικό.

Κι όλοι ζούνε δίχως τη παραμικρή υποψία, ενώ η αρρώστια έχει αρχίσει να μας τρώει το πόδι.
Θα είναι αργά όταν θα ανακαλύψουν τη συνωμοσία, θα είναι αργά όταν θα βρισκόμαστε στο ξόδι.


Τι σημαίνει όμως η λέξη ξόδι; Το ξόδι είναι το έξοδο, αυτό που ξοδεύουμε, χρηματικά ή με άλλο τρόπο και έτσι έχει μια ξεχωριστή αντιστοιχία με τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας. Ξοδέψαμε ΛΕΝΕ. Κάναμε έξοδα για τα οποία πρέπει να ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ όλοι. Το όλοι, αναφέρεται στο λαό της Ελλάδας, όχι στους δυνάστες του, σε αυτούς που αδυνατούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τον πέλεκυ του χρέους. Έξοδο λοιπόν κι από το έξοδο δημιουργείται καμιά φορά, όταν δεν υπάρχει και το απαραίτητο χρηματικό ή άλλο αντίκρισμα, το χρέος. Έτσι λοιπόν φτάσαμε στο χρέος. Από το έξοδο, που για εμάς δεν υφίσταται, αλλά που η πολιτική μας ηγεσία είναι πρόθυμη με κάθε τρόπο να μας αναγκάσει να εξοφλήσουμε. Και για να εξοφλήσουμε πρέπει να... Ελάτε, πείτε κι εσείς μαζί μου... πρέπει να ΠΟΥΛΗΣΟΥΜΕ. Τις δημόσιες επιχειρήσεις μας, τα κοινωνικά δικαιώματα, αγαθά και κεκτημένα χρόνων, τα ορυκτά, τα πετρέλαια, τον ήλιο μας, τη ψυχή μας, τους εαυτούς μας τους ίδιους. Μα καλά θα πείτε, τη ψυχή μας; Που είναι αδούλωτη, μεγάλη, τρανή και γενναία; Δε τη χαρίζουμε αυτή, δε τη χαρίσαμε ποτέ σαν έθνος. Κι όμως. Μας γέμισαν τύψεις, ενοχές και φόβους, πολλούς φόβους! Ανόητες φράσεις, ανόητες αναλύσεις επί αναλύσεων, λόγια, ψεύτικα λόγια, μεγάλα λόγια (κατά το μεγάλες κουβέντες...). Μαζί τα φάγαμε! Κλέψαμε, είμαστε ανάξιοι λόγου, τεμπέληδες, ανεπρόκοποι. Στην αρχή κατακρίναμε τέτοιες λέξεις, τέτοιες φράσεις, τέτοιους χαρακτηρισμούς. Οργιστήκαμε, αντιδράσαμε (νομίσαμε), διεκδικήσαμε θεωρητικά αποκατάσταση. Και μόλις κατάλαβαν ότι ησυχάσαμε λίγο, μας ξαναχτύπησαν με χειρότερες βρισιές. Μας έκαναν πλύση εγκεφάλου. Κάναμε πάλι ένα βήμα μπροστά υψώνοντας τη φοβερή γροθιά μας. Μάταια. Κάναμε δυο βήματα πίσω με φόβο, καθώς οι αστυνομικές δυνάμεις μας πέταξαν δακρυγόνα. Και κλάψαμε. Κλάψαμε πολύ, γιατί καταλάβαμε ότι η αστυνομία μας διοικείτε από ανθρώπους που εκτελούν διαταγές. Δε το ξέραμε; Ξέραμε. Ποιος έδωσε λοιπόν εκείνες τις διαταγές, κάθε φορά που, απρόκλητα ή όχι οι αστυνομικές δυνάμεις μας διέλυσαν; Οι ίδιοι άνθρωποι που επιλέξαμε να μας κυβερνούν. Για αυτό και δεν θυμώσαμε τόσο με τους αστυνομικούς που είχαμε απέναντι μας. Το ξέραμε ότι αυτός, εκεί απέναντι ήταν κάποιος σαν κι εμάς που έτυχε να βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Και δεν το κάναμε βεντέτα. Δεν τον χτυπήσαμε κι εμείς. Και κλάψαμε πάλι. Κλάψαμε γιατί η οργή μας δε βρήκε διέξοδο. Αφού δε μπορούμε να χτυπήσουμε τον αδερφό μας, δεν μπορούμε να εκτονώσουμε την οργή μας. Την "αγανάκτηση" μας. Κι αποσυρθήκαμε. Κι όχι μόνο αυτό!
Δε κάψαμε το μπουρδέλο τη Βουλή, όπως φωνάζαμε. Δε το κάναμε. Γιατί ακόμα κι έτσι, ακόμα και τώρα, πιστεύουμε σε αυτό το σύμβολο που λέγεται Βουλή και εκπροσωπεί τη Δημοκρατία στο τόπο μας. Κι απογοητευτήκαμε. Για λίγο μόνο. Ξανά σηκωθήκαμε και φωνάξαμε πάλι - αλλά με ποιο τρόπο;-. Ας ελπίσουμε να αλλάξει κάτι σκεφτήκαμε- θα έχει αποτέλεσμα άραγε; αναρωτηθήκαμε-. Και θα ξανασηκωθούμε. Και θα ξαναφωνάξουμε. Και θα απογοητευτούμε πάλι -γιατί δε μαθαίνουμε από τα λάθη μας;-.

Κι όταν απογοητευτούμε τελείως, θα έρθει πλέον η ώρα, αφού έχουμε εξαθλιώσει περισσότερο τις ψυχές μας, από τα σώματα μας, να τα ξεπουλήσουμε όλα. Και τότε θα προδώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Θα ξεπουληθούμε εμείς οι ίδιοι.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Όταν κάποιος πουλάει τα πάντα, ακόμα και τη ψυχή του, παύει να έχει και λόγο ύπαρξης. Δεν υπάρχει τίποτα πλέον που να τον δένει με τη ζωή που μέχρι πρότινος έκανε. Δεν υπάρχει λόγος ή νόημα στη ζωή για ένα έθνος όταν το νεκρώσουν.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην δεύτερη σημασία που έχει το ξόδι και που την άφησα επίτηδες για το τέλος για να αποφύγω τους πρόωρους συνειρμούς.

Ξόδι σημαίνει επίσης και εξόδιος ακολουθία. Η κηδεία μας δηλαδή! Ο τελευταίος αποχαιρετισμός. Σαν μια θλιβερή μελωδία που θα ακουστεί μετά το τέλος! Σαν ένα κομμάτι ιστορίας που τελείωσε. Θα πεθάνουμε λοιπόν. Θα εξαφανιστούμε, θα διαλυθούμε, θα αφανιστούμε.

Και μετά το τέλος σιωπή. Ενός λεπτού σιγή για το τόπο των τρελών και ασυμβίβαστων, των ελεύθερων και ωραίων, που τώρα δε θα κατοικούν πια εδώ, αλλά θα πάνε για άλλες πολιτείες, ίσως και φανταστικές… Θα αναζητήσουν αλλού τη τύχη τους και δε θα βρεθούν πια, απορροφημένοι σε κάποιο χωνευτήρι λαών ή στη μαγεία ουσιών.

Αυτό είναι που θέλουμε για την Ελλάδα; Αυτό θα απομείνει για τις επόμενες γενιές ανθρώπων; Ένα έθνος που μεγαλούργησε στο παρελθόν και κατάφερε να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά σαν πολιτισμική οντότητα στο μέλλον; Μια χώρα που κάποτε γεννούσε Ιδέες, θα παράγει πλέον μίζερους και αναλώσιμους δούλους;

Θα είναι αργά όταν θα βρισκόμαστε στο ξόδι! φωνάζανε τότε. Θα είναι αργά όταν θα κλαίμε πάνω από τον τάφο μας, συμπληρώνω εγώ.