Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Το φαγοπότι.

Είχε ήλιο εκείνη τη μέρα. Έναν ήλιο που φώτιζε τα πρόσωπα και τις καρδιές μας. Βγήκαμε έξω, ετοιμάσαμε τα φαγητά που θα ψήναμε. Χωρίς δισταγμό, κρέας, πατάτες, ρύζι, τυρί, σαλάτες και ψωμί. Και λίγη τυροκαυτερή...

Καθίσαμε στο τραπέζι όλοι μαζί. Με αστεία και χαρούμενη διάθεση φάγαμε. Κάναμε και το σταυρό μας πρώτα και είπαμε ευχαριστώ για όσα μας προσφέρεις κάθε μέρα. Μα ιδιαίτερα σήμερα που είμαστε όλοι μαζί και το τραπέζι μας είναι γεμάτο. Γεμάτο από το καθένα μας.

Ήπιαμε κι ένα ποτήρι κρασί. Ο παππούς ήπιε τα τσίπουρα του. Η γιαγιά βιάστηκε να μαζεύει τα πιάτα για να τα πλύνει, ενώ οι υπόλοιποι καθόμασταν ακόμα στο τραπέζι και μιλούσαμε. Όχι τίποτα σπουδαίο, small talk, πραγματάκια καθημερινά και πως θα πάει κι αυτή η χρονιά. Καλή μας χρονιά είπε ο πατέρας.

Καρδιές ανοιχτές κι αγάπη στην οικογένεια που βρισκόταν εκεί. Ξεγνοιασιά και χαρά. Αυτές οι μικρές στιγμές, που είναι τόσο μεγάλες. Τόσο σημαντικές.

Σκέφτομαι...

Πέρασε ο καιρός και θα στήσουμε σε λίγο το ίδιο τραπέζι. Ο ήλιος λάμπει και σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι στο ίδιο τραπέζι. Τα ίδια φαγητά και τα ίδια ποτά. Τι έχει αλλάξει;

Άλλαξε τάχα η διάθεση; Η χαρά μας; Η χώρα ίσως;

Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η αγάπη μένει.

Σε λίγο θα κάθομαι στο ίδιο τραπέζι και θα μιλάω με τους ίδιους ανθρώπους. Την οικογένεια μου. Αυτούς που αγαπώ και με αγαπάνε.


Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Ε, κάποιες μικρές λεπτομέρειες που δε μπορούν να αλλάξουν τίποτα σε αυτό το τραπέζι.